Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Ζιζέλ

 
Το καλοκαίρι στην Αθήνα εκτός από επίπονο είναι και βαρετό.
Ήταν ένα τέτοιο επίπονο και βαρετό μεσημέρι που κατέβηκα από το σπίτι για τσιγάρα στο ψιλικατζήδικο της Σοφίας. Λίγα λεπτά έλειψα και επιστρέφοντας βρήκα στην πόρτα μου ένα γατάκι. 

 Είχε προφανώς χάσει τη μάνα του, ήταν πολύ βρώμικο και νιαούριζε αδιάκοπα.
Αγαπώ πολύ τα ζώα και γι αυτό ακριβώς το λόγο δεν έχω κατοικίδιο. Πιστεύω πως είναι κρίμα να κλείνεις ένα ζώο σ’ ένα διαμέρισμα κι αυτό να είναι αναγκασμένο να ακολουθεί το πρόγραμμά σου. Το βρίσκω πολύ ανθρωποκεντρικό. Επίσης πιστεύω πως τα διαμερίσματα αποτελούν λύση ανάγκης και για τους ίδιους τους ανθρώπους, συμβιβασμό. Πόσο μάλλον να είσαι ζώο και να κάνεις αυτό το συμβιβασμό παρά τη θέλησή σου. Και στο κάτω κάτω εγώ δεν είμαι ικανός να συντηρήσω τον εαυτό μου, θα πάρω και κατοικίδιο?
Τέλος πάντων στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν άλλοι παράγοντες που επηρέασαν την κρίση μου πρό του μεγάλου διλήματος, δεδομένου οτι ένα γατί μακριά από τη μάνα του έχει μηδενικές πιθανότητες επιβίωσης. Πέρα από την απόλυτη εξάρτηση που έχει οποιοδήποτε νεογέννητο θηλαστικό από τη μάνα του, ειδικά τα νεογέννητα γατιά έχουν να ανταπεξέλθουν και τις επιθέσεις των ενήλληκων αρσενικών γάτων που τα θανατώνουν αναγκάζοντας έτσι τις γάτες σε πρόωρο οίστρο. Πρόκειται περι φαυλότητος.

Με αυτές τις σκέψεις να τριγυρίζουν στο μυαλό μου πήρα την απόφαση να μαζέψω το γατάκι. Ήταν πολύ μικρό, πρέπει να είχε μόλις ανοιξει τα μάτια του. Κάτω απο τη βρωμιά της πόλης μόλις που διακρίνονταν τα χρώματά του με κυρίαρχα το λευκό και το πορτοκαλί καθώς επίσης και αμέτρητους ψύλους που έκαναν μακροβούτια στο τρίχωμά του. Ήταν πολύ φοβισμένο. Το τάϊσα λίγο γάλα και το έβαλα να κοιμηθεί στο μπάνιο. Χάθηκε μέσα στα άπλυτα ρούχα μέχρι το επόμενο πρωί.

Η πρώτη μου δουλειά την επόμενη μέρα ήταν να το πάω στο γιατρό. Το βρήκε υγιές,του χορήγησε χάπι για τα παράσιτα και λάδι για τους ψύλους, με ενημέρωσε οτι ήταν θυλικό ενός περίπου μηνός, μου πήρε δεκαπέντε ευρώ και μου έδωσε σαφείς οδηγίες να του κάνω μαλλάξεις στην κοιλιά με ένα ελαφρώς βρεγμένο σφουγγάρι, για τη σωστή λειτουργία του πεπτικού του συστήματος. Επίσης μου έγραψε και μια συνταγή για την αγορά υποκατάστατου μητρικού γάλακτος για γάτες σε σκόνη.
Αυτό το τελευταίο πραγματικά δεν είχε καν περάσει απο το μυαλό μου. Υποκατάστατο μητρικού γάλακτος για γάτες. Σε σκόνη. Και μόνο γι αυτή την πληροφορία ο γιατρός άξιζε τα λεφτά του.
Κάπως έτσι βρέθηκα και πάλι στο σπίτι να ταϊζω το γατάκι με μπιμπερό και να σκέφτομαι εικόνες μικρών παιδιών στην αφρική με το πεπτικό τους σύστημα πρησμένο από την πείνα. Όπως και να ‘χει το γατάκι είχε την τύχη να γεννηθεί στην πλατεία Βικτωρίας.

Οι μέρες κυλούσαν ανέμελα, για το γατί.
Προσαρμόστηκε γρήγορα στην ασφάλεια του νέου περιβάλλοντός του, έτρωγε πολύ, μεγάλωνε γρήγορα και ήταν γεμάτο ενέργεια.
Έκανε την παρουσία του αισθητή παντού και πάντα, γινόταν σε κάθε περίπτωση η ψυχή της παρέας. Όποιος φίλος ερχόταν στο σπίτι ασχολιόταν με το γατί, τη βγάλαμε Ζιζέλ. Όχι εμπνευσμένο από κάποιο διάσημο μπαλέτο ή κάποιο διάσημο μοντέλο παρά από μια μπαργούμαν τραβεστί που δούλευε σε γνωστό club της Αθήνας. Ήταν ταιριαστό όνομα. Η Ζιζέλ δεν άφηνε κανένα σε ησυχία και όταν το σπίτι δεν είχε κόσμο δεν άφηνε εμένα σε ησυχία.
Ξυπνούσε πρωί πρωί ( αν και έχω την υποψία οτι δεν κοιμόταν όλο το βράδυ) κι ανέβαινε μ’ ένα πήδο στο κρεβάτι μου. Αγνοούσε τον καταιγισμό από μπινελίκια που εκστόμιζα εναντίον της και δε σταματούσε να μου δαγκώνει τα πόδια μέχρι να φορέσω παπούτσια. Τουλάχιστον έτσι κατάφερνα να ξυπνάω πρωί, πράγμα που απεχθάνομαι και γενικότερα ακολουθούσα το πρόγραμμα της γάτας. Τρώγαμε από το ίδιο φαγητό, βλέπαμε μαζί τηλεόραση, ερχόταν στα πόδια μου όταν έγραφα στον υπολογιστή, ξάπλωνε πάνω στην κοιλιά μου όταν διάβαζα ξαπλωμένος στον καναπέ και όταν μ’ έπαιρνε ο ύπνος ερχόταν και κοιμόταν κρυφά μαζί μου. Γενικά είχε απόλυτη ελευθερία μέσα στο σπίτι και όλη μου την αγάπη.

Η αλήθεια είναι πως με τις γάτες δεν είχα ποτέ ιδιαίτερες σχέσεις.
Παλιότερα είχα μια σχετική συζήτηση με το φίλο μου τον Ιάσονα. Ο Ιάσονας λατρεύει τις γάτες, εγώ πάλι προτιμώ τους σκύλους.
Γιατί δε σου αρέσουν οι γάτες, με είχε ρωτήσει. Δεν τις γουστάρω του είπα, είναι κουφάλες. Κάνεις λάθος, μου απάντησε. Οι γάτες είναι κουφάλες σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική, σύμφωνα με τη γατίσια, είναι απλά γάτες. Μου φάνηκε πολύ σωστή η άποψή του. Συνηθίζουμε να κρίνουμε τους άλλους σύμφωνα με τη δική μας λογική, με τις δικές μας αξίες και αυτό είναι εκ προοιμίου πολύ εγωιστικό. Σκευτόμουν πολύ συχνά αυτή τη συζήτηση τον καιρό της συμβίωσής μου με τη γάτα. Η παρουσία της στο σπίτι ήταν μια καλή ευκαιρία να συμφιλιωθώ με την ιδέα. Άλλωστε είχα αρχίσει να το συνηθίζω.

Η Ζιζέλ όμως δεν έμεινε για πολύ μαζί μου. Είχε μεγαλώσει αρκετά ώστε να μπορεί να περάσει στο μπαλκόνι της διπλανής υπο ανέγερσιν οικοδομής. Ένα πρωί ψύπνησα φυσιολογικά. Όσο κι αν έψαξα δεν τη βρήκα. Το πιάτο της είχε φαγητό για την επόμενη εβδομάδα όμως παρέμεινε ανέγγιχτο. Συνέχισα να κοιτάζω στη γειτονιά μήπως τη βρώ, αν μπορούσα θα ρώταγα τις άλλες γάτες να μου πούν τι απέγινε, όμως δεν τη βρήκα ποτέ.

Λίγο καιρό μετά η Χριστίνα μου ανακοίνωσε πως ήθελε να μου γνωρίσει τον καινούριο της γκόμενο.
Δε συμφιλιώθηκα ποτέ με τις γάτες. Εξακολουθώ να εκτιμώ τους σκύλους. Σε μια γάτα ό,τι και να προσφέρεις δεν είναι αρκετό, στο σκύλο κι ένα ξερό κομάτι ψωμί να πετάξεις θα σε κοιτάξει στα μάτια.
Η αναγνώριση της προσφοράς δεν είναι σε καμία περίπτωση επιβεβλημένη, πόσο μάλλον όταν η προσφορά είναι ανιδιοτελής.
Σε κάθε περίπτωση όμως κάνει τη διαφορά.

Δημοσιεύτηκε αρχικά στο blog μου brazilastateofmind στις 24 Οκτ. 2008