Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

Ασκητική

Έχουν περάσει χρόνια από τότε αλλά δε θα ξεχάσω εκείνη τη στιγμή. Ένας άνθρωπος που αγαπούσα πολύ μ' επισκέφτηκε στο σπίτι μου. Ήταν απόγευμα έκανε ζέστη, είπα να φτιάξω καφέ μα πριν απ' όλα έτεινε το χέρι του προς εμένα κρατώντας ένα βιβλίο. 

 

-Παρ' το, το πήρα για 'σένα, στο κάνω δώρο. Το έχεις διαβάσει?

-Όχι ακόμα. Σ' ευχαριστώ πολύ.

Ήπιαμε τον καφέ μας, συζητήσαμε, δεν κάθισε πολύ. Ζήτησα να μου γράψει μια αφιέρωση στο δώρο του αλλά αρνήθηκε. Κατάλαβα καιρό μετά γιατί, όταν πέθανε.

 
Ήταν η “Ασκητική” του Νίκου Καζαντζάκη. Ένα μικρό, με πολλή τέχνη δεμένο βιβλιαράκι. Το κρατούσα από τότε όχι στη βιβλιοθήκη μα πάνω στο γραφείο μου χωρίς ποτέ να το αγγίζω, μάλιστα αγόρασα μια άλλη έκδοση για να το διαβάσω που τη χάρισα σε κάποιον άλλο. Το κρατούσα εκεί μαζί με άλλα κατά καιρούς βιβλία, εκείνο όμως ποτέ δεν έλειπε. Υπήρξαν περίοδοι που δεν είχα την πολυτέλεια μιας βιβλιοθήκης όμως πάντα κάπου ακουμπούσα τα βιβλία που διάβαζα κι εκείνο πολλές φορές φιγουράρισε μαζί τους κι ας ήταν το μόνο που δεν είχα αγγίξει. Ήταν κάτι πολύ προσωπικό. Ήταν όλα όσα έχασα στη ζωή μου, όλα όσα κέρδισα και χύθηκαν σαν άμμος μέσα από τα δάχτυλά μου. Οι αναμνήσεις μιας ζωής που δε θα ξαναέρθει, μαζί της κι ο άνθρωπος που μου το χάρισε.
Πολλές φορές το σκέφτηκα. Κρατάς αυτό το βιβλίο να το βλέπεις πάνω στο γραφείο σου, μα τίποτα δεν κατάλαβες απ' αυτά που γράφει μέσα? Κι όμως το κρατούσα και δε μ' ένοιαζε γιατί αλλά το κρατούσα. Ήταν ένα από 'κείνα τα μικρά πράγματα που κρατάμε για τον εαυτό μας, μια μικρή χαρά που δε θέλησα ποτέ να στερηθώ. Κ' ήταν ένα μικρό βιβλίο, τίποτα παραπάνω, χωρίς κανένα διακριτικό, χωρίς καν μια μικρή αφιέρωση να σηματοδοτεί ότι κάποτε δωρίστηκε. Αλλά τι αφιέρωση να γράψεις πάνω σ' ένα ευαγγέλιο.
Πέρασαν χρόνια που το μικρό βιβλίο ήταν πάνω στο γραφείο μου. Στη ζέστη του μεσημεριού ο γιός μου άπλωσε το χέρι του και πήρε το βιβλίο. Ήταν κάτω από το ψαλτήριο του Δαυίδ αλλά προτίμησε τον Καζατζάκη. Λίγο πιο κάτω βρίσκονταν κάτι μονόπρακτα του Μπέχτ, δεν έδωσε καμία σημασία. Το τράβηξε με αδεξιότητα και το έσυρε μέχρι το στόμα του με ευδαιμονία. Στην ηλικία που βγάζει τα πρώτα του δόντια η ράχη του μικρού βιβλίου έγινε κομμάτια ανάμεσσα στους μικρούς σαλιωμένους κοπτήρες του.
Στάθηκα άναυδος μπροστά στο θέαμα. Μαζί με τη θέα του σκισμένου χαρτιού ένιωσα τριάντα χρόνια κουρελιασμένα να περνούν από πάνω μου. Δεν είχα ιδέα πως θα μπορούσα να αντιδράσω ή πως θα έπρεπε. Όταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα στη ζωή σου συμβαίνει κι αυτό. Δεν έχεις ιδέα. Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν να μην αντιδράσω καθόλου. Αμέσως μετά πέρασαν μπροστά στα μάτια μου όλα όσα είχα ζήσει μέχρι τότε. Έκανα μια προσπάθεια να κολήσω το σκισμένο χαρτί. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου πως το μικρό βιβλίο δεν είχε καμία αξία, πως κανένας συμβολισμός, προσωπικός ή οικουμενικός δε φτάνει να ταράξει την ισορροπία του σύμπαντος κόσμου. “Ο νους του ανθρώπου φαινόμενα μπορεί να συλλάβει, ποτέ την ουσία.” Κι όμως, εικόνες κατέκλυσαν το μυαλό μου. Μνήμες.
Οργίστηκα. Και δεν ξέρω αν ποτέ κατάφερα να γίνω ασκητής όμως κ' οι ασκητές οργίζονται. Μύχιες και προτόγονες σκέψεις πλημμύρισαν το νου μου. Συστρεφόμενοι και πιεσμένοι λόγοι, ακατάληπτοι, ξεχύθηκαν από τα δόντια μου. Μια γόμα που προσπαθούσε να σβήσει τα σημάδια των κοπτήρων στο εξώφυλλο εξφενδονίστηκε κατά το καρότσι. Και η γυναίκα μου, αυτή που η φύση την προστάζει να κάνει κέντρο του κόσμου της το παιδί της και ο Σοφοκλής την προστάζει να κάνει κέντρο του κόσμου της το γιό της, πήρε το παιδί και πήγε στο άλλο δωμάτιο.
Έμεινα μόνος. Όταν κατάφερα να συνέλθω κάπως πήρα στα χέρια μου το μικρό βιβλίο. Δεν υπήρχε κανένας λόγος πια να το κρατάω κλειστό. Διάβασα το πρώτο χρέος, ένιωσα ξανά την απέχθεια για τα σύνορα των ανθρώπων, παρηγορήθηκα ότι η εποχή του αμπελιού που μου έλαχε είναι το χαράκωμα αλλά γύρισα πίσω, εδώ κάτι κλώτσησε μέσα μου. Κι αν “ο νους βολεύτηκε να ζωγραφίσει φτερά στις αλυσίδες του” η καρδιά μου κλώτσησε. Αυτό ήταν το τρίτο χρέος και το είχα ξεχάσει. Κι αν είχα αφήσει πίσω μου το νου και δε φοβόμουν, η καρδιά μου με κρατούσε. Αυτός ήταν ο “τρίτος και πιο μεγάλος πειρασμός”, η ελπίδα. Τότε κατάλαβα τον καπετάν Μιχάλη και το Ζορμπά. Τότε κατάλαβα πως αυτό που κρατούσε την ασκητική και τις μνήμες μου δεν ήταν ο φόβος. Το φόβο τον είχα περάσει πολλές φορές. Όμως ο φόβος είναι αυτό που φοβάσαι πρώτο και είχα ξεχάσει την ελπίδα. Αυτός είναι ο μεγάλος πειρασμός γιατί πεθαίνει τελευταίος.
Κρατούσα την ασκητική μπροστά στα μάτια μου, ω ποία μεγάλη ειρωνεία, από ελπίδα. Κι αυτό που φοβόμουν και πάλευα και νικούσα δεν ήταν αυτό που έπρεπε πια. Κράτησα την ελπίδα κι αυτό δυνάμωνε τα φτερά στις αλυσίδες μου. Κράτησα την ελπίδα πως η παλιά ζωή θα ερχόταν πάλι. Κι έφτασε ένα μωρό παιδί χωρίς να το ξέρει να κάνει την ελπίδα μου κι όσα σήμαινε για 'μένα κομμάτια. Κι αν κράτησα την ελπίδα αυτό δεν έφτανε γιατί δε φτάνει να μη φοβάσαι, πρέπει και να μην ελπίζεις.
Επίλογος
Ποιός ήταν αυτός που μου χάρισε το βιβλίο δε θα σας το πω. Κι αν αυτό είναι που σκέφτεστε, ξανασκεφτείτε το.