Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Διχασμός, συμφιλίωση και ιδιωτεία

Ο πατέρας μου στις πολιτικές συζητήσεις συνηθίζει να λέει πως το κλειδί για την κατανόηση σε βάθος της κατάστασης που βιώνουμε σήμερα είναι η μελέτη της περιόδου του εμφυλίου πολέμου. Δεν έχω διαφωνήσει ποτέ και δε θα το κάνω τώρα. Πράγματι σ' εκείνη την περίοδο οικοδομήθηκε το μετέπειτα πολιτικό σκηνικό και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. Κρίνω όμως απαραίτητο να πάω ακόμα πιο πίσω, στον πυρήνα της ίδιας της δημοκρατίας.
Ο μεγαλύτερος εχθρός της δημοκρατίας είναι η ίδια η δημοκρατία κι αυτό γιατί για να εφαρμοστεί στην πράξη η ιδέα της, απαιτείται να πληρούνται κάποιες πολύ σημαντικές προϋποθέσεις. Δηλαδή η εξής μια, ο πολίτης να είναι ενεργός. Δημοκρατία με τους πολίτες αμέτοχους δεν είναι δημοκρατία, ανεξαρτήτως του αν αυτή είναι προεδρευόμενη, προεδρική, άμεση ή αντιπροσωπευτική. Δεν είναι τυχαίο πως στις αρχαίες δημοκρατίες ο αμέτοχος πολίτης αποκαλούνταν από τους συμπολίτες του ιδιώτης, λέξη συνώνυμη σήμερα και τότε με την ηλιθιότητα. Όμως δε χρειάζεται να πάμε τόσο πίσω.
Για πολλές δεκαετίες στη χώρα μας οι συλλογικότητες κάθε είδους, άλλοτε λόγω ιστορικών συγκυριών, άλλοτε λόγω σκοπιμότητας καταπνίγηκαν, υποβαθμίστηκαν και απαξιώθηκαν. Πρώτος παγκόσμιος, μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, δικτατορία Πάγκαλου, δικτατορία Μεταξά, δεύτερος παγκόσμιος, εμφύλιος, δικτατορία συνταγματαρχών. Εκ των πραγμάτων σε τέτοιες συνθήκες οποιαδήποτε μορφή ανθρώπινης συλλογικότητας, πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής ή άλλης φύσεως, δεν έχει καμία τύχη, ας μην είμαστε αφελείς. Μετά όμως τι?
Αμέσως μετά τη λήξη του εμφυλίου, ακόμα και κατά τη διάρκεια της επταετίας του γύψου, αυτό που οι άνθρωποι για γενιές ολόκληρες είχαν στερηθεί πάσχισε να ανθίσει. Σε επίπεδο γειτονιάς, εργασιακού χώρου, δήμου, κοινότητας ή παρέας οι πρώτες συλλογικότητες άρχισαν να σχηματίζονται. Στη συγκεκριμένη περίοδο δεν ήταν η ιστορική συγκυρία, αλλά το επιχείρημα της εθνικής συμφιλίωσης που ήρθε να αναχαιτίσει την ανάγκη. Πάνω σ' αυτό ακριβώς το επιχείρημα οικοδομήθηκε όλο το σημερινό πολιτικό σύστημα, στο φόβο της σφαγής.
Σε ολόκληρη τη μετεμφυλιακή μας ιστορία, δυστυχώς, το ρόλο του “ρυθμιστικού παράγοντα” κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας αναλάμβαναν οι εκάστοτε κομματικοί μηχανισμοί. Εργατικά συνδικάτα, επαγγελματικά σωματεία, αγροτικοί συνεταιρισμοί μετατράπηκαν σε κομματικά μαντριά κι ένα ολόκληρο συνδικαλιστικό κίνημα σε απλό σκαλοπάτι πολιτικής καριέρας. Στον τομέα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας τα ίδια, με αναθέσεις έργων κι ένα τραπεζικό σύστημα με πολύ σκοτεινό ρόλο σχετικά με την πολιτική χορήγησης δανείων που εφάρμοσε σε ιδιώτες και επιχειρήσεις. Στην τοπική αυτοδιοίκηση για να εκλεγεί ένας πολιτικός συνδυασμός έπρεπε να λάβει το κομματικό “χρίσμα”. Στον τομέα του πολιτισμού ελάχιστα πράγματα έγιναν χωρίς επιχορήγηση. Στις ένοπλες δυνάμεις τα κριτήρια ήταν και παραμένουν κομματικά για μόνιμους και κληρωτούς. Ο κατάλογος είναι μακρύς και τα παραδείγματα άπειρα. Να μη τα ξαναλέμε, καταντάει κουραστικό.
Δε λέω, το επιχείρημα της εθνικής συμφιλίωσης φαντάζει ισχυρό. Όμως τι μπορείς να οικοδομήσεις πάνω στο φόβο? Δεν ξέρω αν το συγκεκριμένο μοντέλο λειτούργησε σε κάποια περίοδο, τα καταστροφικά αποτελέσματά του όμως σήμερα είναι περισσότερο από εμφανή. Και δεν είναι μόνο το βόλεμα που έγινε αξία, είναι που αποδομήθηκε μεθοδικά κάθε έννοια πολιτικής συνείδησης, σε τέτοιο βαθμό που η κατάσταση κατέστη μη αναστρέψιμη. Είναι που ο ίδιος ο ρόλος του πολίτη απαξιώθηκε συνολικά, δένοντας χειροπόδαρα την ίδια τη δημοκρατία, με αποτέλεσμα η εξουσία να ασκείται συγκεντρωτικά από μια ολιγαρχία που δε μπόρεσε ποτέ να τη διαχειριστεί. Όσο για την εθνική συμφιλίωση, αυτή δεν ήρθε ποτέ. Κι αν οι αρχαίες Ελληνικές κοινωνίες κληροδότησαν στον κόσμο τη δημοκρατία, οι σύγχρονες κληροδοτούν την ιδιωτεία.
Σήμερα βλέπουμε την άνοδο του φασισμού πιο έντονα από ποτέ στη σύγχρονη ιστορία μας. Είναι το τελευταίο σύμπτωμα της πολιτικής μας ασθένειας και συνήθως το τελειωτικό. Η άνοδος του φασισμού δεν εντοπίζεται μόνο στην παρουσία της χρυσής αυγής στο κοινοβούλιο. Οι τράπεζες συνεχίζουν το ρόλο τους, τα μέσα ενημέρωσης επίσης, απάτες δισεκατομμυρίων “παραγράφονται” στα δικαστήρια, η χώρα διοικείται με υπουργικές αποφάσεις, πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και εγκυκλίους, ενώ πρόσωπα που διαδραμάτισαν σημαίνοντα ρόλο σε όλα τα μεγάλα σκάνδαλα των τελευταίων δεκαετιών, συνεχίζουν να τοποθετούνται από τις κυβερνήσεις σε θέσεις κλειδιά. Αυτός είναι ο πραγματικός φασισμός. Και το έλλειμμα δημοκρατίας φυσικά δεν ξεκινάει από το πολιτικό σύστημα, εκεί καταλήγει.
Συνδέσαμε στη συνείδησή μας το “εθνικό” με το “δεξιό” και την προοδευτική σκέψη με την “αριστερά”. Τώρα όμως που “δε γνωρίζει η αριστερά τι ποιεί η δεξιά” είναι περισσότερο από προφανές ότι όλα αυτά είναι μπούρδες. Είναι ο σύγχρονος εθνικός διχασμός και είναι πιο επικίνδυνος απ' όλους. Δε χρειάζεται για ν' αγαπάς την κουλτούρα σου να είσαι δεξιός όπως δε χρειάζεται για να έχεις ανοικτό μυαλό να ανήκεις κάπου. Έννοιες όπως εθνότητα και πρόοδος είναι εκ των πραγμάτων υπεράνω πολιτικής. Όσο οι έννοιες αυτές δε διασαφηνίζονται, κάποιοι συνεχίζουν να κάνουν ακάθεκτοι τη "δουλειά τους".

Όσο γιαούρτι και να φάω δεν πρόκειται ν' ασπρίσω.
Ο Καζαμπούμπου

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

RACCONTAMI



Βλέποντας άλλο ένα επεισόδιο της νέας σειράς στην ΕΡΤ έρχονται στο μυαλό μου οι ίδιες σκέψεις που είχα βλέποντας το πρώτο. Κατ' αρχήν είχα χρόνια να δω τηλεοπτική παραγωγή τέτοιας ποιότητας στην Ελληνική τηλεόραση. Οι Ιταλοί έκαναν πάλι το θαύμα τους. Τι σκηνοθεσία, τι σενάριο, τι ερμηνείες, τι συνολική εκτέλεση.. Θυμούνται το παρελθόν τους και σε κάθε γωνία σε περιμένει ένα σχόλιο για το σήμερα και ίσως το αύριο. Όμως έτσι είναι οι Ιταλοί, έχασαν μια τσινετσιτά και έφτιαξαν ένα νεορεαλισμό. Η ζωή συνεχίζεται.
Θυμάμαι κι εγώ, τη συμμετοχή μου σε μια αντίστοιχη προσπάθεια στη χώρα μας, λίγα χρόνια πριν, από τη δική μας κρατική τηλεόραση. Την τηλεοπτική “Λούφα και παραλλαγή”. Τη θυμάμαι με συμπάθεια, ήταν μια ωραία εμπειρία. Η δική μας προσπάθεια αν και ήταν φιλότιμη δεν είχε το ίδιο αποτέλεσμα. Ίσως γιατί δεν καταφέραμε ακριβώς αυτό, να συνδέσουμε το τότε με το σήμερα και να σχολιάσουμε τη ζωή που ζούμε σε σχέση με το άμεσο παρελθόν. Όμως ποιος νοιάζεται για το παρελθόν? Ποιος νοιάζεται τι γινότανε τότε στη χούντα, τι πίστευαν οι άνθρωποι, τι αισθάνονταν, σε τι ήλπιζαν. Και ποιος νοιάζεται για το σήμερα?
Σήμερα βλέπω να παίζονται επαναλήψεις, Τούρκικες σειρές και το αποκορύφωμα, αδιαμφισβήτητοι και αλάθητοι κραταιοί διευθυντές προγραμμάτων να κατεβάζουν διαδικτυακές ψηφοφορίες σχετικά με το τι επιθυμεί το κοινό να δει. Τι έγινε παιδιά, τώρα το μάρκετινγκ δεν έχει έτοιμες απαντήσεις? Τώρα το κοινό ξέρει τι θέλει? Προσωπικά αν βρισκόμουν σε μια τέτοια θέση, έχοντας ένα τέτοιο μισθό, θα υπέβαλα την παραίτησή μου την ίδια στιγμή που θα περνούσε από το μυαλό μου να κατεβάσω μια τέτοια ψηφοφορία. Και θα άλλαζα επάγγελμα. Θέλω να γελάσω κι ας μη βρίσκομαι σε τέτοια θέση. Όμως ποιος νοιάζεται?
Από τη μαζικότητα των Ελληνικών σειρών και τη τη μαζικότητα των ριάλιτυ, περάσαμε στη μαζικότητα της τηλεοπτικής μαγειρικής, από κει στη μαζικότητα της Τουρκικής γλώσσας, τις βιντεοταινίες του ογδόντα, τις επαναλήψεις και τις τηλεψηφοφορίες.
Κάποτε άκουγα στο δρόμο τη φράση “Το είπε η τηλεόραση” να συνοδεύει μια είδηση κι αυτό σήμαινε πως ήταν γεγονός. Μετά το σύνθημα έγινε “ Η ζωή κλέβει την παράσταση” κι ας μην είχε η παράσταση σε τίποτα να κάνει με την πραγματική ζωή. Σήμερα μπορώ να γίνω υπερήφανος “Καναλάρχης για μια μέρα”. Αλλά ποιος νοιάζεται?
Και δε μου φταίει ούτε ο νεοελληνικός σηριαλισμός, ούτε τα ριάλιτυ, ούτε οι Τούρκοι, που στο κάτω κάτω τη δουλειά τους κάνουνε, ούτε οι σεφ, ούτε οι βιντεοταινίες του ογδόντα. Μου φταίει η μαζικότητα και δυστυχώς γι αυτήν δε νοιάζεται κανένας απολύτως. Η ίδια μαζικότητα οδήγησε τους ανθρώπους στα σκυλάδικα, τους έβαλε πίσω από ακριβό τιμόνι, μετά τους ανέβασε στα ποδήλατα και τώρα όλοι μαζί ψάχνουν να βρουν τι τους έφταιξε. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν. Στην προκειμένη περίπτωση η μαζικότητα σηκώνει τα χέρια ψηλά, μιας και αν όλοι μαζί έψαχναν να βρουν τι τους έφταιξε, θα το έβρισκαν. Δε συμβαίνει αυτό όμως. Όλοι περιμένουν τον καναλάρχη να τους πει τι έγινε κι ο καναλάρχης τους δίνει τη θέση του. Έστω και εικονικά. Μα δεν είναι υπέροχο? Στο σημείο αυτό θέλω πάλι να γελάσω και αυτή τη φορά τα καταφέρνω.
Κανείς δε θυμάται τίποτα, είναι ντεμοντέ να θυμάσαι και επιβάλλεται κοινωνικά με την ίδια μαζικότητα που “επιβάλλονται” όλα. Πολύ πρόσφατα ένας καθηγητής πανεπιστημίου ρώτησε τριακόσιους φοιτητές τι έγινε στη μάχη του Μαραθώνα και πήρε απάντηση μόνο από μια κοπέλα. Δε με εξέπληξε καθόλου το γεγονός. Πίνοντας καφέ λίγες εβδομάδες νωρίτερα με μια φίλη πληροφορήθηκα πως όταν εκείνη ρώτησε τους δικούς της φοιτητές να της πουν ποιος ήταν ο τελευταίος τσάρος της Ρωσίας εκείνοι της απάντησαν, ο Βλαντιμίρ Πούτιν. Και όταν ρώτησε να της πουν ένα μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, της είπαν “Ένα παιδί μετράει τ' άστρα”. Για τη χούντα θα συζητάμε τώρα? Και βεβαίως το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην καλή ή μέτρια γνώση της ιστορίας ή της λογοτεχνίας, τη στιγμή που παρατηρείται άγνοια γύρω από γεγονότα σύγχρονα, που συνέβησαν όσο είμαστε εν ζωή. Η μεγάλη έκπληξη για 'μένα ήρθε όταν συζητώντας με κάποιον, έξι ή επτά χρόνια μόλις νεότερό μου, διαπίστωσα πως δε γνώριζε ποιος ήταν ο Νίκος Τεμπονέρας.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η ίδια η άγνοια, αλλά η αδιαφορία που την προκαλεί. Κανείς δεν έμαθε ιστορία στο σχολείο και κανείς δε θα μάθει. Σκοπός της όποιας εκπαιδευτικής δραστηριότητας είναι να σε μάθει να μαθαίνεις και η γνώση είναι μια εμπειρία πολύ προσωπική. Προϋπόθεσή της όμως είναι το προσωπικό ενδιαφέρον και πηγή της αδιαφορίας στην προκειμένη περίπτωση η κουλτούρα της μάζας που την υπαγορεύει. Αδιαφορία για ότι συνέβη, ότι συμβαίνει και ότι πρόκειται συμβεί. Και είναι τόσο ισχυρό αυτό το πρόσταγμα που φτάνει μέχρι και την προσωπική μνήμη να σβήσει.
Είναι ντεμοντέ να θυμάσαι και ενίοτε απρεπές. Θυμάται για λογαριασμό σου ο καναλάρχης. Τώρα όμως ο καναλάρχης μοιάζει να τα 'χει χαμένα αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό και όλοι ψάχνουν για τον επόμενο πάτρωνα καλυπτόμενοι από την ασφάλεια της μάζας. Τι κι αν ζούμε στην κοινωνία της πληροφορίας, η τηλεόραση συνεχίζει να εισβάλλει. Είναι βολική η μάζα. Τι κι αν είναι ντεμοντέ να “θυμάσαι”, τι κι αν δεν έχεις να φας, αφού ισχύει το ίδιο για όλους. Επιπλέον δε φέρεις και καμία ευθύνη αν δεν αποφασίζεις εσύ.

Θα περιμένω ως αύριο να δω το επόμενο επεισόδιο της Ιταλικής σειράς. Ίσως κι εγώ να είμαι ένας μαζάνθρωπος όπως όλοι οι άλλοι. Δεν ξέρω αν αυτό με διαφοροποιεί αλλά καμιά φορά θυμάμαι, οπότε ίσως και να υπάρχω.





Τώρα όμως πάω να φάω γιαούρτι ν' ασπρίσω.
Και θα συνεχίσω να βλέπω κρατική τηλεόραση σε πείσμα όλων.

Ο Καζαμπούμπου