Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Keep calm and carry on.


Έχοντας κενό μερικών ημερών στο πρόγραμμά μου αποφάσισα να επισκεφτώ την ιδιαίτερη πατρίδα μου τα Λεχαινά, των οποίων είμαι και δημότης. Στο διάστημα αυτό και έχοντας όλο το χρόνο στη διάθεσή μου ανταποκρίθηκα στην πρόσκληση της καθηγήτριας του ΕΠΑΛ Αμαλιάδος κας Άννας Κοκκίνου, να συνδράμω με τη βοήθειά μου τη θεατρική τους ομάδα. Μη διαθέτοντας μεταφορικό μέσο αυτή την εποχή χρησιμοποίησα το τοπικό λεωφορείο των ΚΤΕΛ νομού Ηλείας που περνά μάλιστα μπροστά από το συγκεκριμένο σχολείο.
Τις προηγούμενες ημέρες είχα χρησιμοποιήσει και πάλι τη συγκεκριμένη γραμμή για να πάω στην Αμαλιάδα και αφού αγόρασα το εισιτήριό μου από το πρακτορείο στήθηκα στη στάση περιμένοντας. Όταν με καθυστέρηση το λεωφορείο φάνηκε σήκωσα το χέρι μου για να σταματήσει και ο οδηγός με αγνόησε πλήρως. Αφού έκανε το γύρο της κεντρικής πλατείας Λεχαινών σταμάτησε μπροστά στο πρακτορείο. Δεν πρόλαβα να φτάσω μέχρι εκεί και έφυγε. Ο πράκτορας μου εξήγησε πως στη στάση που περίμενα εγώ, για λόγους που ο ίδιος αγνοούσε, σταματούσε μόνο το λεωφορείο των πέντε παρά δέκα της συγκεκριμένης γραμμής το οποίο έτυχε να έχω χρησιμοποιήσει τις προηγούμενες ημέρες και λόγω αυτής της σύγχυσης ο οδηγός του με αγνόησε ή τέλος πάντων δε με είδε. Φυσικά είχα εκνευριστεί με το γεγονός αλλά αποφάσισα να μη δώσω συνέχεια και περίμενα το επόμενο λεωφορείο. Μια ώρα αργότερα που αυτό έφτασε επιβιβάστηκα κανονικά και ξεκίνησα τη διαδρομή μου.
Έχοντας πάρει οδηγίες από την κα Κοκκίνου, μιας και δε γνώριζα που ακριβώς βρισκόταν το σχολείο, ρώτησα τον εισπράκτορα αν ήταν δυνατόν να κάνει μια στάση για να αποβιβαστώ στο τεχνικό λύκειο. Μου απάντησε "Βεβαίως".
Ήταν ένας νεαρός λίγο πάνω από τα είκοσι ο οποίος εν τω μεταξύ είχε ζητήσει από την κοπελίτσα που καθόταν στο κάθισμα μπροστά από 'μένα να καθίσει δίπλα της και σε όλη τη διαδρομή κουβέντιαζε μαζί της. Λίγο μετά τα Σαβάλια ο δρόμος δεξιά κι αριστερά ήταν γεμάτος από μαθητές που περίμεναν στη στάση με τις τσάντες στην πλάτη και τα χέρια σηκωμένα κάνοντας σήμα στον οδηγό να σταματήσει, όπως είχα κάνει κι εγώ μιάμιση ώρα νωρίτερα. Το λεωφορείο δεν έκοψε καθόλου ταχύτητα και τα παιδιά άρχισαν όλα μαζί να φωνάζουν. Δεν ξέρω γιατί ο οδηγός δε σταμάτησε, ούτε ξέρω τι μπορεί ο ίδιος να ισχυριστεί γι αυτό, όμως πιο πολύ με πείραξε αυτό που είπε. “Άμα κατέβω κάτω και τα πλακώσω στις φουσκιές τα κωλόπαιδα θα τους πω εγώ”. Δηλαδή τι του είχαν κάνει τα παιδιά και τα έβριζε και ήθελε να τα πλακώσει και στις φουσκιές? Ακολούθησε και σχόλιο του νεαρού εισπράκτορα ο οποίος διέκοψε τη συνομιλία του με την κοπελίτσα και με περισσή μαγκιά δήλωσε “Γάμησέ τα μωρέ τα μαλακισμένα”. Βρισκόμουν δύο θέσεις πίσω από τον οδηγό, δίπλα στο διάδρομο και μια μόλις πίσω από τον εισπράκτορα. Έβλεπα και άκουγα τα πάντα πολύ καθαρά. Δεν έκανα κανένα σχόλιο.
Η στάση που μόλις είχαμε περάσει βρισκόταν προφανώς μπροστά από σχολείο, όμως μη γνωρίζοντας για ποιο σχολείο επρόκειτο δε διαμαρτυρήθηκα. Το κατάλαβα λίγο αργότερα όταν μπαίναμε πια στην Αμαλιάδα, μιας και σύμφωνα με τις οδηγίες μου ο προορισμός μου βρισκόταν λίγο μετά τα Σαβάλια και όχι λίγο πριν την Αμαλιάδα. Ρώτησα τον εισπράκτορα αν θα έκανε στάση στο τεχνικό λύκειο κι εκείνος στρέφοντας το κεφάλι του προς τα πίσω μου δήλωσε μέσα από τα μαύρα γυαλιά οτι δε θυμόταν να του έχω πει πως ήθελα στάση στο σχολείο. Τον ρώτησα αν με κοροϊδεύει και βγάζοντας το γυαλί, με βλέμμα εξολοθρευτή εξάντλησε όσο τσαμπουκά διέθετε. Άρχισε να μου λέει οτι δεν ήταν δική του δουλειά να αφήνει τον κόσμο έξω απ' το σπίτι του και πως δε γνώριζε που βρισκόταν το τεχνικό λύκειο Αμαλιάδας και πως ήμουν εγώ υποχρεωμένος να γνωρίζω. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να με απειλήσει λέγοντάς μου πως εκείνη τη στιγμή εργαζόταν και άμα ήθελα να πάμε να τα πούμε οι δυό μας μετά έξω. Δεν κατάλαβα ποιό ακριβώς ήταν το αντικείμενο της εργασίας του, ειδικά εκείνη τη στιγμή, όμως διατήρησα την ψυχραιμία μου να μη του σπάσω το κεφάλι μισή μερίδα άνθρωπο και του ευχήθηκα να τον χαίρονται η μαμά του κι ο μπαμπάς του. Κατέβηκα στο πρακτορείο της Αμαλιάδας και η κα Κοκκίνου ήρθε να με πάρει με το αυτοκίνητό της.
Ήμουν πολύ ταραγμένος από το περιστατικό και το συζήτησα με τα παιδιά της θεατρικής ομάδας και τους καθηγητές τους. Μου είπαν πως είχαν συνεχώς πρόβλημα με τους οδηγούς οι οποίοι σταματούσαν σπάνια στη συγκεκριμένη στάση και πως είχαν διαμαρτυρηθεί επανειλημμένως στη διοίκηση του ΚΤΕΛ νομού Ηλείας. Αναγκάζονται να περπατούν καθημερινά από το σχολείο μέχρι τα σπίτια τους, ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών και επικινδυνότητας, ενώ στις περιπτώσεις που καταφέρνουν να επιβιβαστούν είναι αναγκασμένα να πληρώνουν εισιτήριο ένα και εξήντα για μια διαδρομή μόλις πέντε χιλιομέτρων.
Δεν ξέρω τι νομιμοποιεί αυτούς τους ανθρώπους να επιδεικνύουν αυτή τη συμπεριφορά. Δεν ξέρω τι τους δίνει το δικαίωμα να αδιαφορούν σε τέτοιο βαθμό απέναντι στις ανάγκες του επιβατικού κοινού, όταν μάλιστα το λεωφορείο αποτελεί το μοναδικό μέσο μεταφοράς στην περιοχή με εξαίρεση τα ταξί και τα ιδιωτικά αυτοκίνητα. Δεν ξέρω ποιός είναι αρμόδιος και ποιός υπεύθυνος και δε μ' ενδιαφέρει. Ίσως κάποιοι να μου πουν πως σε περίοδο κρίσης αυτό είναι το λιγότερο, όμως εγώ θα διαφωνήσω κάθετα. Ειδικά σ' αυτή την περίοδο της κρίσης, στο όνομα της οποίας δικαιολογούμε όλα τα εκδηλούμενα ζωώδη ένστικτα, η αδιαφορία είναι το τελευταίο που χρειαζόμαστε και η καλή συμπεριφορά δεν κοστίζει τίποτα.

Θέμης Αγγελόπουλος

Πάω να φάω γιαούρτι ν' ασπρίσω...

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Τι να ψηφίσω σύντροφε?


Λίγες μέρες πρίν τις “επαναλληπτικές” εκλογές και καθημερινά συζητώ με φίλους για το θέμα. Πάντα η ίδια ερώτηση, “Τώρα τι κάνουμε?”. Βεβαίως δεν έχω την απάντηση για κανέναν, ούτε καν για τον εαυτό μου. Αυτό που διαπιστώνω μετά λύπης μου όμως είναι πως κανένας πολιτικός σχηματισμός δε με εκφράζει. Και η χειρότερη διαπίστωση είναι πως κανείς από τους ανθρώπους με τους οποίους συζητώ δεν εκφράζεται επί της ουσίας από κανένα πολιτικό σχηματισμό ή ιδεολογία. Το πολιτικό σύστημα έχει φτάσει σε αδιέξοδο όχι γενικό και αόριστο, αλλά στο αδιέξοδο του να μην εξυπηρετεί πλέον τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου ούτε για τα μάτια του κόσμου.
Εντάξει αυτό το γνωρίζαμε από καιρό μιας και ο κόσμος το 'χε τούμπανο, ή μήπως λέμε οτι το γνωρίζαμε? Πολλά έχουν ειπωθεί και άλλα τόσα έχουν γραφτεί για το πολιτικό μας φαλημέντο και την ανάγκη αλλαγής και ανανέωσης. Αλλά ποιά είναι η πραγματική διάθεση γι αυτή την αναγκαία στροφή? Όλοι, ώς και αυτοί που μέχρι χτές έγλυφαν, σπεύδουν να κατακεραυνώσουν το “παλιό πολιτικό σύστημα” για την προδοτική του συμπεριφορά και τις πρακτικές τρομοκρατίας που αυτό εφαρμόζει, όλοι μιλούν για την ανάγκη εύρεσης νεας ελπίδας. Όμως στην αγωνιώδη αναζήτηση ελπίδας η “εναλλακτική” λύση φαίνεται εξίσου αποκαρδιωτική. Αποκαρδιωτική όχι γιατί ο πολιτικός λόγος του κυρίου Τσίπρα μου θυμίζει ΠαΣοΚ του '81, αλλά γιατί μου το θυμίζουν οι διαθέσεις των συμπολιτών μου.
Βλέπω καθημερινά ανθρώπους της ηλικίας μου, ανθρώπους που όχι με την αριστερά δεν είχαν ποτέ σχέση αλλά ούτε με την πολιτική γενικότερα, να σπεύδουν να πιάσουν πόστα στηρίζοντας το συνασπισμό της ριζοσπαστικής αριστεράς. Τους βλέπω να με κοιτάζουν στραβά και να προσποιούνται οτι δε με γνωρίζουν όταν δεν τους εκφράζω απερίφραστα και με ενθουσιασμό τη συμπαράστασή μου. Και είναι τόσοι πολλοί. Το βλέπω και μια απέραντη απογοήτευση με πλημυρίζει, μιας και αισθάνομαι πως οι νοοτροπίες, οι πεποιθήσεις και οι συμπεριφορές δεν έχουν αλλάξει στο ελάχιστο. Αισθάνομαι πως επι της ουσίας τίποτα δεν έχει αλλάξει στο ελάχιστο.
Από την άλλη πλευρά βλέπω ένα εξοντωτικό νομοθετικό σύμπλεγμα, επί του πρακτέου μη εφαρμόσιμο, να καλιεργεί εντατικά το αίσθημα της αδικίας. Ένα δημόσιο τομέα ο οποίος συμπεριφέρεται με τον πλέον αυταρχικό τρόπο και έναν ιδιωτικό να έχει ποτίσει από τον ίδιο αυταρχισμό, σε βαθμό που η συμπεριφορές αυτές να παγιώνονται στη συνείδηση του πολίτη ως απόλυτα φυσιολογικές. Βλέπω τους αποσυνάγωγους της κοινωνίας, όλους αυτούς που άτυπα βάζαμε στο περιθώριο, τους χαζούληδες της παρέας, να βρίσκουν θαλπωρή στο φασισμό και να ζητούν εκδίκηση για τη μεταχείριση που ως τώρα ετύγχαναν. Βλέπω τη βια και την κοινωνική αδικία να κλιμακώνονται και να τυφλώνουν ακόμα περισσότερο τους ανθρώπους, ασχέτως αν αυτό το βλέπουμε όλοι.
Φτάσαμε να συζητάμε ανοικτά το γεγονός οτι οι συνθήκες αυτές είναι οι πλέον κατάλληλες για τη δημιουργία μιας χούντας ή ακόμα και ενός εμφυλίου. Δεν έχω ιδέα αν στο τέλος θα καταλήξουμε κάπως έτσι, όμως μια ενδεχόμενη χούντα δεν θα έχει το στρατό για βιτρίνα, θα είναι κατ' ευθείαν αστυνομική και ένας οποιοσδήποτε εμφύλιος θα είναι πολύ αιματηρός μιας και ποτέ στη σύγχρονη ιστορία μας δε λύσαμε ως έθνος τις κοινωνικές μας διαφορές. Μπορεί μέχρι τώρα να επαναπαυτήκαμε ικανοποιητικά με διαφόρων ειδών θεωρίες τύπου κοινωνικής συμφιλίωσης, όμως το πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση κάθε προβλήματος είναι πάντα η παραδοχή του. Αυτή την παραδοχή δεν βλέπω και αυτό είναι που με κάνει να δείχνω τόσο απαισιόδοξος. Το μόνο σίγουρο είναι οτι δεν υπάρχει περίπτωση να ξυπνήσω ένα πρωί και ως δια μαγείας οι προβληματισμοί μου να έχουν εξαφανιστεί.
Θέμης Αγγελόπουλος